
Αυτά μου είπε ο Γιάνναρος σαν εξομολόγηση όταν είδε πια πως δεν θα καταφέρει να σηκωθεί και μόνο όταν μου τα πε κατάλαβα το βάρος που κρατούσε όλα αυτά τα χρόνια.
"Η ΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ"
“Όλα ξεκίνησαν όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος έστειλε τσοι γόνους 12 αρχοντικών οικογενειών και το γιο του, τον Ιωάννη στην Κρήτη.
Πριν φύγουν κάλεσε τον Ιωάννη, και του’ δωκε το σεντούκι με το πολύτιμο μυστικό για να τόνε προστατεύει.
Σαν φτάσανε στο νησί ο Ιωάννης έδωσε στον Ανδρόνικο, τον παιδικό του φίλο το σεντούκι ορκίζοντας τον να το φυλάξει ακόμα και με τη ζωή του αν χρειαστεί μέχρι να επιστρέψει. Με αυτή την εντολή και την ευθύνη της φύλαξης του μυστικού να τον βαραίνει ο Ανδρόνικος επήγε στο Ρέθεμνος.
Λίγο καιρό μετά, αρρώστησε βαριά. Ο Ιωάννης δεν είχε επιστρέψει, και νιώθοντας το θάνατο κοντά παράδωσε το μυστικό σ’ αυτόν που πίστευε ότι θα σεβόταν τους όρκους. Πριν ξεψυχήσει είδε όραμα τον αυτοκράτορα και αυτός του είπε πως πρέπει να φυλάξουν το σεντούκι μέχρι την στιγμή που :
“Η μέρα θα γίνει νύχτα και η νύχτα μέρα, τα άστρα θα χάσουν τον δρόμο τους ,οι σκιές θα ζωντανέψουν και τους τόπους θα στοιχειώσουν. Τότε, λίγο πριν το τέλος, το φως θα πει την αλήθεια και θα γαληνέψει την οικουμένη!”
Ο Ιωάννης δεν επέστρεψε ποτέ στο Ρέθυμνο και έτσι το σεντούκι άλλαζε χέρια ως την στιγμή που το βάρος της ευθύνης ήρθε σε μένα και τα δύο αδέρφια μου, το Μανόλη και τον Κωστή . Ο φόβος ότι οι Άπιστοι στο Ρέθεμνος είχανε μάθει το μυστικό, μας έκανε να κρύψουμε το σεντούκι και να βάλουμε σημάδια που μπορεί να αποκαλύψει μόνο αυτός που έχει ικανότητα και δύναμη να το προστατέψει . Θα ξέρει την ιστορία του και θα έχει στα χέρια του αυτά που χρειάζονται .
Μόλις τελειώσαμε χωριστήκαμε παίρνοντας ο καθένας ένα μέρος του γρίφου. Εγώ και ο Μανόλης φύγαμε μακριά δίνοντας υπόσχεση να ξαναβρεθούμε όταν το Ρέθεμνος θα είναι πια λεύτερο και ο Κωστής έμεινε να περιμένει την επιστροφή μας .”
Μετά με κοίταξε και μου πε:
“Άκουσα τσοι γιατρούς να μιλούν και ξέρω δεν θα ξαναδώ ποτές το Ρέθεμνος.Εσύ όμως πρέπει να πας πίσω .Βρες το Μανόλη που είναι παπάς στη Νέα Φώκαια .Δώσε του τα υπάρχοντα μου και πες του πως εσύ θα σαι εδά ο αδερφός του ο μικρός,και πως πριν βγει η ψυχή μου σε όρκισα στην Παναγία.!”

“...μια φωτιά από Εκείνον..."
“....Αυτή είναι η ιστορία γιε μου!
Και τώρα ξέρεις τι πρέπει να γενεί!!”
Τα μάτια που σφάλισαν αυτή τη φορά ,ήταν της μάνας μου!
Δεν μπορούσε να είναι πολύ καιρό χώρια απ ’τον πατέρα μου .Πήγε μαζί του!
Η κυρά Μαρούσα, μετά από τόσα και τόσα που πέρασε ,έσβησε!
Έσβησε σαν εκείνη τη φωτιά ,πριν από πολλά χρόνια στη Μυτιλήνη!
Η φωτιά που άναψε όμως μέσα μου άρχισε να φουντώνει!
Έπρεπε να κάνω το χρέος μου!
Το χρέος προς το Θεό , και τη πατρίδα !
“Παναή εγώ μπιτίζω , το ξέρω....
Γι ’αυτό γιόκα μ΄ πρέπει να μάθεις...
Πρέπει να μάθεις τι κουβαλούσαμε τόσα χρόνια με το μπουμπά σου!
....Το πρωί που φύγαμε απ ’τα μέρια μας ,όταν πήγα στου παπά Μανόλη....”
Έτσι ξεκίνησε η μανά μου την ιστορία .
Όλα άρχισαν με τα 12 αρχοντόπουλα!
Το μυστικό που ήρθε μαζί τους έπρεπε να κρυφτεί καλά , μέχρι να έρθει η ώρα ! Πότες κανείς δε ξέρει!! "Θα το καταλάβαιναν όμως"! Έτσι μου είπε η μάνα μου! "Όταν θα σκοτείνιαζε ο κόσμος ,χωρίς κιανένα λόγο, και μια φωτιά από Εκείνον ,θα έδειχνε το σωστό"! Έτσι έλεγε η .... ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ!!!!
Τα ίχνη τους χάθηκαν.
Τα χρόνια πέρασαν , αιώνες ολάκεροι ,ώσπου ο τελευταίος φύλακας , επειδή είχε μείνει άκληρος ως τα ξέτελα του, το μοιράστηκε με τρία αδέρφια που ήταν κοντά του ως το τέλος της ζήσης του!
Ο ένας απ ’ τους τρεις , ήταν ο .....παπά Μανόλης!!!
Έβγαλα προσεκτικά το κόνισμα χωρίς να μπλέξει στη μπουρμάδα της μάνας μου,
και το φόρεσα στο λαιμό μου......
Μετά την έκλαψα!